Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς

 

Τα πιο δημοφιλή βρεφικά παιχνίδια έχουν τη μορφή ζώων. Τα αρκουδάκια, τα σκυλάκια και τα άλλα χνουδωτά τετράποδα ταιριάζουν ιδανικά στις παιδικές αγκαλιές.

Η ανάγκη για επαφή με τη ζωή των άλλων, έστω και με τα υποκατάστατά της, εγκαθιδρύεται στη ζωή μας από την πρώτη μέρα της. Και συνεχίζεται με παραβολές, μύθους και παραμύθια.

Δύο νέα ελληνικά χιουμοριστικά κόμικς χρησιμοποιούν εύστοχα τις ζωώδεις συμπεριφορές, για να μιλήσουν για τις ανθρώπινες αδυναμίες

Η ιστορία των κόμικς είναι γεμάτη από ζωάκια που πρωταγωνίστησαν σε περιπέτειες κάθε είδους. Από την αμφίφυλη (ή άφυλη;) Krazy Kat των αρχών του προηγούμενου αιώνα που φιλοσοφούσε περί των ανθρωπίνων σε ένα άχρονο Σύμπαν με τους δικούς του κανόνες μέχρι τις πάπιες, τα σκυλιά και τα ποντίκια του Disney που μόνο στην όψη θύμιζαν πλάσματα με ράμφη και ουρές και από τις αθώες περιπέτειες των funny animals των παιδικών κόμικς μέχρι τις πιο «ψαγμένες» ιστορίες του Walt Kelly («Pogo»), του Robert Crumb («Fritz the Cat») κ.ά. τα ζώα προσέφεραν στους δημιουργούς κόμικς την ευκαιρία να αναφέρονται στους ανθρώπους χωρίς να τους «κατονομάζουν», να τους σατιρίζουν χωρίς να τους «προσβάλλουν».

Αυτή η πρακτική συνεχίζεται αδιάκοπα μέχρι σήμερα με όλο και πιο «ενήλικες» θεματολογίες, όλο και πιο αλληγορικές αναφορές. Συνήθως με χιούμορ που τις καθιστά ακόμη πιο προσιτές.

Οι «Αγριάδες» του Γιώργου Μελισσαρόπουλου (εκδόσεις Ενατη Διάσταση) και οι «Μπάμπουρες της Στρογγυλής Τραπέζης» των Δημήτρη Σαββαΐδη, Σάββα Λαμπούδη και Μάνου Κοτσιφάκη (εκδόσεις Add Art) αποτελούν δύο τέτοιες περιπτώσεις με ζωόμορφους πρωταγωνιστές, που δανείζονται από τους ανθρώπους κάθε ατέλεια, κάθε μειονέκτημα, κάθε λάθος και πάθος. Και τα μεταφέρουν όλα στην γκροτέσκα εκδοχή τους.

Ο Μελισσαρόπουλος, δημιουργός παλαιότερα της σειράς «Τέζα» με επίκεντρο τη ζωή των κατσαρίδων λίγο πριν από το δολοφονικό ψέκασμα με εντομοκτόνο, «επικεντρώνεται στο slapstick στοιχείο των παλιών καρτούν και στον βερμπαλισμό που προκύπτει από την προσπάθεια επεξήγησης απόλυτα σουρεαλιστικών καταστάσεων.

Ποικίλοι επομένως εκπρόσωποι του ζωικού βασιλείου (και η Κοκκινοσκουφίτσα) εναλλάσσονται σ’ ένα αλλόκοτο «χοροθέατρο», με μοναδικό σημείο σύνδεσης τους καταιγιστικούς ρυθμούς και το «καμένο» χιούμορ και φυσικά την ένοχη απόλαυση που προκύπτει από την πλήρη απουσία κάποιου βαθύτερου νοήματος» επισημαίνει ο Πάνος Κρητικός προλογίζοντας την έκδοση.

Στο πλαίσιο αυτού του «καμένου» χιούμορ ένας λαγός-πρεζάκι πουλάει ναρκωτικά σ’ ένα μανιακό πάντα, οι νυφίτσες λυμαίνονται τα κελιά των φυλακών, ο γάτος ερωτεύεται μια κροκοδειλίνα και η μουσάτη Κοκκινοσκουφίτσα παίρνει τη γενναία απόφαση για αλλαγή φύλου.

Αυτά στον κόσμο των ανθρώπινων διαστάσεων τον ορατό και άμεσα αντιληπτό. Σε έναν άλλο κόσμο ή καλύτερα «Μικρόκοσμο» (όπως ήταν ο τίτλος μιας προηγούμενης δουλειάς του Σαββαΐδη) κινούνται οι «Μπάμπουρες της Στρογγυλής Τραπέζης» που σφύζουν από αναφορές στην ποπ και trash κουλτούρα, στην τηλεόραση, στον κινηματογράφο. Με τίτλο που παραπέμπει γραφιστικά στον Ιντιάνα Τζόουνς και τους «Κυνηγούς της Χαμένης Κιβωτού» και με κεντρικό πρόσωπο της πρώτης σελίδας τον Μιτς Μπιουκάμπια ως εντομόμορφη εκδοχή του αλήστου μνήμης Μιτς Μπιουκάναν από το «Baywatch», οι «Μπάμπουρες» έχουν για πρωταγωνιστές διάφορα ασπόνδυλα με πολλά πόδια, κεραίες και φτερά που διαγωνίζονται για την ανάδειξη του επόμενου μεγάλου ήρωα του βασιλείου τους.

Αποστολή τους είναι ένα παράτολμο ταξίδι στον Σκοτεινό Πύργο, που δεν είναι τίποτ’ άλλο από έναν ξεχειλισμένο σκουπιδοτενεκέ. Άσε που στον δρόμο παραμονεύουν βατράχια με τεράστιες γλώσσες.

Ο σεξπιρικός βασιλιάς Πασχαλήρ, η διάβαση της «Abbey Road» των Beatles από έντομα, η εμβληματική (και στημένη) φωτογραφία της τοποθέτησης της αστερόεσσας στην Ιβοζίμα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελούν ευφυή κλεισίματα του ματιού προς τον αναγνώστη και θεατή στο πλαίσιο μιας διακειμενικής και διαεικονικής προσέγγισης και πρόσληψης.

Από την άλλη τόσο η ενιαία ιστορία του Μελισσαρόπουλου με τα μεγάλα ζώα όσο και η σπονδυλωτή ιστορία των Σαββαΐδη, Λαμπούδη, Κοτσιφάκη με τα μικροσκοπικά έντομα αφήνουν μια αίσθηση βιασύνης (όχι ως προς την σχεδιαστική επιδεξιότητα) στον καλοπροαίρετο αναγνώστη. Που πριν καταλάβει καλά καλά τι ακριβώς συμβαίνει, ποια είναι τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα και σε ποιο «ανθρωπογενές» περιβάλλον διαβιούν, η ιστορία τελειώνει. Απότομα και ξαφνικά.

Είναι απολύτως κατανοητή και δικαιολογημένη στις μέρες μας η επιλογή σύντομων ιστοριών σε μικρά σε έκταση και ως εκ τούτου φτηνά τεύχη εκ μέρους τόσο των δημιουργών όσο και των εκδοτών, ωστόσο αυτή η τακτική δεν προάγει την αφηγηματικότητα, δεν επιτρέπει την ανάπτυξη χαρακτήρων, δεν προσφέρει δυνατότητες για χτίσιμο σύνθετων κόσμων.

Στην περίπτωση των τευχών σε συνέχειες αυτό το πρόβλημα αμβλύνεται κάπως, αλλά η πολύ αραιή περιοδικότητα ή η πλήρης απουσία περιοδικότητας αποκόπτουν τον αναγνώστη από το continuity, δεν τον κρατούν σε εγρήγορση για τη συνέχεια, τον στρέφουν σε άλλες εφήμερες επιλογές και πάει λέγοντας.

Οι μεγάλες παραγωγές των τελευταίων ετών στην Ελλάδα, από το «Logicomix» των Δοξιάδη – Παπαδάτου μέχρι τo «Αϊβαλί» του Soloup και από τη «Δημοκρατία» των Κάουα – Παπαδάτου μέχρι τον «Ερωτόκριτο» των Παπαμάρκου – Ράγκου – Γούση, έδειξαν ότι υπάρχει αναγνωστικό κοινό έτοιμο να τις ακολουθήσει και επιπλέον αυτό το κοινό δεν ανήκει κατ’ ανάγκη στους μόνιμους αναγνώστες κόμικς, αλλά είναι ευρύτερο και ιδιαιτέρως δεκτικό σε πρωτότυπες καλλιτεχνικές δουλειές.

Το κοινό απ’ ό,τι φαίνεται διψά για μεγάλες ιστορίες, για μεγάλες αφηγήσεις, κυριολεκτικά και μεταφορικά, για ολοκληρωμένα σενάρια.

Παρά το δυσμενές οικονομικό κλίμα, θα άξιζε ενδεχομένως να πάρουν το ρίσκο οι δημιουργοί και οι εκδότες και να προσφέρουν στους αναγνώστες ιστορίες που δεν εξαντλούνται σε είκοσι σελίδες. Όχι γιατί οι τελευταίες δεν είναι καλές, αλλά γιατί δεν είναι αρκετές.

Πηγή: http://www.efsyn.gr/arthro/zoa-mikra-kai-megala